FOTOART ΑΡΘΡΑ
FOTOART INDEX

HOME GALLERY ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΡΘΡΑ ΝΕΑ ΒΙΒΛΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΕΧΝΕΣ INTERNET ΑΓΟΡΑ ΑΓΓΕΛΙΕΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ BACK

φωτογραφία και λογοτεχνία

Η Επιστροφή του Κυρίου William
(Αντί επιλόγου)

ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΛΛΟΓΗ ΔΙΗΓΗΜΑΤΩΝ ΑΣΠΡΟΜΑΥΡΟΣ ΚΟΣΜΟΣ
από τον Κώστα Κίτσο

            Τα ΦΩΤΑ της μικρής γκαλερί αναβόσβηναν απότομα, προειδοποιώντας τους λιγοστούς επισκέπτες ότι η ώρα είχε περάσει. 
Η Αλίκη, με ανακούφιση γιατί τελείωσε άλλη μια μέρα, μάζεψε τους καταλόγους και τις αφίσες, τα τακτοποίησε όλα στο
φρεσκοβαμμένο ράφι του γραφείου και, σβήνοντας με μια αποφασιστική κίνηση το τσιγάρο στο γεμάτο τασάκι, αποφάσισε να
σηκωθεί. Κατευθύνθηκε αργά και νωχελικά προς την κρεμάστρα, όπου την περίμεναν, με τάξη κρεμασμένα, το μοβ καπέλο της, το
δαντελωτό σάλι και το γκριζοπράσινο παλτό της, με τα κλειδιά της εισόδου στη μέσα τσέπη. Ντύθηκε ήσυχα, με σχεδόν ρυθμικές
κινήσεις, δίνοντας το περιθώριο στους τελευταίους επισκέπτες να αναχωρήσουν, και στάθηκε στο μέσον της μεγάλης αίθουσας
επιτηρώντας το χώρο κυριαρχίας της. Όλος σχεδόν ο κόσμος, δηλαδή ένα ξεχασμένο ζευγάρι και κάποιος προσωπικός φίλος 
του φωτογράφου, οι οποίοι είχαν ξανάρθει για σχόλια και κριτικές, είχαν μαζευτεί προς την είσοδο.Ήταν μια πραγματικά γόνιμη μέρα,
αναλογίστηκε η Αλίκη, με όλη την κοσμοσυρροή των απογευματινών ωρών και το γεγονός ότι αναγκάζεται να διώξει κόσμο αυτήν την
προχωρημένη ώρα. Και η έκθεση διανύει ακόμα τις πρώτες της μέρες. Μεγάλη επιτυχία για το φωτογράφο, που η ίδια δεν τον ήξερε, 
ούτε και ενδιαφερόταν να τον μάθει, αλλά κυρίως για την εμπορικότητα της γκαλερί και για το αφεντικό της. Και ό,τι είναι καλό για το
αφεντικό της έχει αντίκτυπο και στην ίδια. Ίσως ήταν ευκαιρία αμέσως μετά την έκθεση να του ζητήσει λίγες μέρες άδεια, για να 
μπορέσουν επιτέλους με το αγόρι της, το Γιώργο, να πραγματοποιήσουν αυτή την εκδρομή στο Πήλιο που σχεδίαζαν μήνες τώρα.
Προς το παρόν έπρεπε να βιαστεί, γιατί το ραντεβού με το Γιώργο στο γνωστό μπαράκι της γειτονιάς ήταν σε μισή ώρα και έπρεπε
να περάσει πρώτα από το σπίτι της να φτιαχτεί λιγάκι.
Έριξε μια ματιά γύρω· ο χώρος είχε σχεδόν αδειάσει. Κοίταξε το ρολόι της με ανυπομονησία. Ήταν πολύ νευρική τον τελευταίο καιρό, χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Την είχαν επηρεάσει και όλες αυτές οι ιστορίες που συζητιόνταν για εκείνον τον παράξενο τρελό, που δημιουργεί επεισόδια και αναστατώνει όλες τις γκαλερί της πόλης, χωρίς κανείς να καταλάβει το γιατί, ιδιαίτερα σε εκθέσεις φωτογραφίας, και μάλιστα σε εγκαίνια. Κανένας μεθυσμένος φασαρτζής ή κάποιος αποτυχημένος, κομπλεξικός καλλιτέχνης. Πάντως είχε κάνει άνω κάτω τρία εγκαίνια τους τελευταίους μήνες. Και πάντα το ίδιο πρόσωπο, όπως λεν οι περιγραφές. Και, όταν τα πνεύματα οξύνονται και φτάνει να επέμβει η αστυνομία, πάντα ξεγλιστράει και τη γλιτώνει την τελευταία στιγμή. Πολλοί λέγαν ότι είναι κοινό κλεφτρόνι έργων τέχνης. Αλλά, παρ' όλες τις φασαρίες, ποτέ δεν έκλεψε ούτε πείραξε κανένα αναρτημένο έργο στις τρεις εκθέσεις που πήγε. Αντίθετα,τα βάζει με τους καταλόγους και τις αφίσες, τις οποίες σκίζει επιδεικτικά και τις σκορπάει στο πάτωμα της αίθουσας, προκαλώντας την οργισμένη αντίδραση των ιδιοκτητών και των εκθετών, που ορμάνε κατά πάνω του να τον πλακώσουν στο ξύλο. Αλλά, με δύναμη τιτάνα και εξυπνάδα έμπειρου παλαιστή, πάντα τους αποφεύγει με δυο τρεις μπουνιές και ξεφεύγει προς την έξοδο. Μια συνάδελφος της Αλίκης λέει ότι είναι στερημένο σεξουαλικά άτομο και ορμάει στα κορίτσια των γκαλερί. Αλλά αυτό δεν ευσταθεί,γιατί δε σημειώθηκε κανένα κρούσμα βιασμού στα προηγούμενα επεισόδια. ¶κου πράγματα!... Η Αλίκη χαμογέλασε στις σκέψεις αυτές. Το ορθολογικό και τεχνοκρατικό μυαλό της —σπούδαζε άλλωστε στο Πολυτεχνείο πολιτικός μηχανικός— τα έβρισκε όλα αυτά κάπως παρατραβηγμένα. Φασαρίες γίνονται συχνά σε εγκαίνια εκθέσεων, κυρίως όταν κάποιοι πιουν λίγο παραπάνω και κάνουν πράγματα που δεν πρέπει. Το να τα συνδυάσεις αυτά μ' ένα και μοναδικό άτομο είναι θέμα οξυμένης φαντασίας και μόνο. ¶λλωστε, τα δικά τους εγκαίνια κύλησαν πολύ ομαλά και σε χαρούμενη ατμόσφαιρα. ΕΠΑΝΩ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΣΕΛΙΔΑΣ Παρ' όλα τα μέτρα που είχε πάρει το αφεντικό της, επηρεασμένο από τις φήμες και τις διαδόσεις, με το να καλέσει δυο φίλους του μποξέρ να έχουν το νου τους στην αίθουσα εκείνο το βράδυ, τίποτα το αξιοπερίεργο δε συνέβη. Και η Αλίκη γελούσε βλέποντας εκείνους τους δυο σωματώδεις αντράκλες να περιφέρονται με αμηχανία ανάμεσα σε τόσο κόσμο της διανόησης και της τέχνης, έναν κόσμο εντελώς έξω απ' τα νερά τους, και να παριστάνουν τους κατ' ανάγκην κουλτουριάρηδες, ιδιαίτερα στις κυρίες και τις δεσποινίδες που τους έπιαναν συζήτηση. Η Αλίκη ποτέ δεν πίστεψε στην ύπαρξη του παράξενου τρελού. Απ' την άλλη, όπως και να το κάνουμε, φοβόταν κιόλας. Και, μόνο όταν κλείδωνε καλά την γκαλερί και έμπαινε σε κάποιο περαστικό ταξί για το σπίτι της, ένιωθε ηρεμία και ανακούφιση.
Και τώρα σε λίγο αυτό θα γινόταν. Σχεδόν... Με την άκρη του ματιού της συνέλαβε μια αντρική φιγούρα, στη δεξιά πτέρυγα, όρθια, να παρατηρεί με ενδιαφέρον μια απόμερη φωτογραφία. Το αριστερό του χέρι χάιδευε με θαυμασμό και κάποια αγωνία το απεριποίητο μούσι του, ενώ το όλο παρουσιαστικό του και το ντύσιμο έδειχναν άτομο ευκατάστατο και με καλούς τρόπους. Πάντως δεν έμοιαζε με κακοποιό στοιχείο ή τον τρελό φασαρτζή, για να κάνει την Αλίκη ν' ανησυχήσει με τις ιδέες της. Απλά, αφημένος μέσα στη σκιά των προβολέων, βυθισμένος στις σκέψεις του, έμοιαζε να βρίσκεται στο δικό του κόσμο και να μην έχει πάρει χαμπάρι ότι ο χρόνος παραμονής του στην αίθουσα έφτασε στο τελείωμα του. Και η Αλίκη, που βιαζόταν για το ραντεβού με το Γιώργο, θεώρησε καλό να του το θυμίσει.«Κλείνουμε, κύριε...» σχεδόν φώναξε προς το μέρος της αντρικής φιγούρας. Αλλά ο δυνατός τόνος της φωνής της δεν επηρέασε καθόλου την αταραξία του αγνώστου. Συνέχισε να παρατηρεί τη φωτογραφία και να μουρμουρίζει κάτι, μη δίνοντας σημασία, σχεδόν με αναίδεια,για το τι γινόταν γύρω του.
«Θεέ μου...» σκέφτηκε η Αλίκη μετά από μερικά ολόκληρα λεπτά σιωπής και αναμονής. «Πρέπει να έμπλεξα με κουφό... ή...» Προχώρησε προς το μέρος του αγνώστου με κρυφό θάρρος και προσπάθησε να στολίσει τον τόνο της φωνής της με όποια ευγένεια και καλοπροαίρετη διάθεση της επέτρεπε η αγωνία της να φύγει όσο το δυνατόν γρηγορότερα. «Συγγνώμη, κύριε... η γκαλερί πρέπει να κλείσει... Λυπάμαι...» ξεστόμισε, σκάζοντας ένα κρύο χαμόγελο.
Ο άγνωστος παρέμεινε ακίνητος με απάθεια και μια επιμονή που ξεπερνούσε πείσμα μουλαριού. Συνέχισε να μουρμουρίζει κάτι ανάμεσα στα δόντια του: «...ξω...φρε...νικό...» μπόρεσε να ακούσει η Αλίκη, που είχε πλησιάσει αρκετά και αφουγκράστηκε μέσα στη βουβή αίθουσα. «Εξωφρενικό... δεν έχει λογική» ο άγνωστος συνέχισε το παραμιλητό απτόητος. Για την απορημένη Αλίκη ήταν ...εξωφρενικό να έχει καθυστερήσει τόσο πολύ στο ραντεβού της και να μην μπορεί να φύγει εξαιτίας του παράξενου αυτού ξένου. Αλλά να της το λέει και έτσι κατάμουτρα! Αισθάνθηκε να την κοροϊδεύουν. Αυτό την όπλισε με θάρρος. Με ηχηρά και αποφασιστικά βήματα προχώρησε προς το μέρος του αγνώστου και τον τράνταξε, ακουμπώντας τον στον ώμο. Εκείνος μόνο τότε αντιλήφθηκε την παρουσία της και σαν να προσγειώθηκε στην πραγματικότητα από ένα διαπλανητικό ταξίδι στο υπερπέραν. Γύρισε προς το μέρος της και την κοίταξε μ' ένα απαθές και απόμακρο βλέμμα. Ανοιγόκλεισε τα μάτια και της απεύθυνε το λόγο: «Δεν είναι εξωφρενικό, τελικά; Συμφωνείτε, δεσποινίς;...»«Συ...συγγνώμη, κύριε, αλλά πρέπει να κλείσουμε» απάντησε διστακτικά η Αλίκη, κεραυνωμένη κάπως απ' τη διαπεραστική ματιά του. Κοντοστάθηκε λιγάκι απόμερα απ' τον ξένο, σαν να φοβόταν την άμεση επαφή μαζί του. Εκείνος όμως, σκάζοντας ένα ευγενικό και οικείο χαμόγελο, προσπάθησε να ξορκίσει όλους τους δισταγμούς της.«Ναι, έχετε δίκιο... Χίλια συγγνώμη... Αφαιρέθηκα...» προσπάθησε να δικαιολογηθεί σε φιλικό τόνο. «Πρέπει και σεις να κλείσετε... Αλλά ακούστε με πρώτα... αξιαγάπητη δεσποινίς».
Το κομπλιμέντο έριξε κάπως τους τόνους από την τσαντίλα της Αλίκης. Έμεινε απέναντι του και βάλθηκε να κοιτάει το μυστήριο ξένο στα μάτια γεμάτη απορία. Εκείνος, σίγουρος για τον ακροατή του που κρέμεται απ' τα χείλη του, είπε γεμάτος ένταση και θυμό, ανακατωμένο με μια ελαφριά δόση αγανάκτησης:«Δεν είναι εξωφρενικό αυτό που γίνεται εδώ;» Μίλησε τόσο δυνατά, που η αντήχηση έκανε τα τζάμια απ' τα καδράκια των φωτογραφιών να τρίζουν. «Πραγματικά απαράδεκτο... Αυτή η εξαίσια πλάκα, αυτό το υπέροχο θαλασσινό τοπίο με όλο το φως και τις αντανακλάσεις που περικλείει να... τιμάται μόνο 50.000 δρχ.;... Μόνο;... Είναι δυνατόν;...» Και, λέγοντας αυτά, έδειξε με το βλέμμα του το κάδρο, στο οποίο ήταν προσηλωμένος λίγα λεπτά νωρίτερα, παρασέρνοντας προς τα εκεί και την απορημένη ματιά της Αλίκης. Η φωτογραφία απεικόνιζε, σε ασπρόμαυρους τόνους, ένα γραφικό ηλιοβασίλεμα σε κάποιο ελληνικό νησί, με μια σειρά από γυναικείες γυμνές φιγούρες, επιμελώς κα-δραρισμένες στο πρώτο πλάνο και λουσμένες στις φωτοσκιάσεις των δέντρων. Απλή αισθησιακή φωτογραφία τοπίου με συνδυασμό γυμνού" καλοκαιρινό θέμα,χωρίς ιδιαίτερο φωτογραφικό μεγαλείο. ΕΠΑΝΩ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΣΕΛΙΔΑΣ
Απ' ό,τι θυμόταν η Αλίκη —που λίγο σκάμπαζε από καλλιτεχνική φωτογραφία—, το εν λόγω κάδρο θεωρούνταν απ' τα πιο υποτιμημένα και απ' τον ίδιο τον καλλιτέχνη, που το παρέδωσε στην έκθεση μετά από προτροπές φίλων του, οι οποίοι ήθελαν να παρουσιάσει μια πλήρη σειρά της δουλειάς του, ίσως και για να γεμίσει κατά κάποιον τρόπο τους ατέλειωτους λευκούς τοίχους της μεγάλης γκαλερί. Γι' αυτό και είχε τοποθετηθεί στην άκρη της δεξιάς πτέρυγας, όπου ο φωτισμός φτώχαινε αισθητά, απ' την κατασκευή της οροφής, και είχε μέτρια τιμή συγκριτικά με τις άλλες, «δυνατές» καλλιτεχνικά, δημιουργίες της έκθεσης. Αν και για την Αλίκη, που ήταν πεπεισμένη παρ' όλη την παραφιλολογία περί ασπρόμαυρης φωτογραφίας ότι χωρίς χρώμα μια εικόνα δεν έχει αξία, της φαινόταν υπέρογκο και υπερβολικό το ποσό των 50.000. Και να που, τώρα, ένας παράξενος ξένος το βρίσκει εξαιρετικά ευτελές. Και μάλιστα τέτοια ώρα...«Μα είναι ασπρόμαυρη... τελικά» προσπάθησε να δικαιολογηθεί βιαστικά για να δώσει τέλος στη συζήτηση και να συνοδέψει τον ξένο στην έξοδο.«Ασήμαντη λεπτομέρεια... αγαπητή μου» είπε αυτός, με μια παράξενα ευδιάθετη χροιά στην προηγουμένως οργισμένη στάση του... «¶λλο είναι το ζητούμενο...», και τα μάτια του γυάλισαν παράξενα κάτω απ' τις ανταύγειες των προβολέων.
«Αυτό εδώ δεν αξίζει τίποτα...» είπε και έδειξε περιφρονητικά το καδράκι που θαύμαζε προηγουμένως. «Είναι δυνατόν να βάλεις τιμή στη μνήμη, να εμπορεύεσαι την αιχμαλωσία του χρόνου, να μετράς ποσοτικά τις απαράμιλλες δυνατότητες της όρασης;... Όλα αυτά που έζησες και ένιωσες και είδες ανήκουν σε σένα και μόνο σε σένα. Δεν έχουν καμιά αξία για τους άλλους... Δεν μπορείς να τα προσφέρεις σε καμιά τιμή. Και, αν τα αιχμαλωτίζεις μέσα απ' το φακό σου, το κάνεις για κάποιο σκοπό που θα βοηθήσει την ανθρωπότητα να πάει μπροστά... Δεν μπορείς να τα επενδύσεις ούτε για χάρη της τέχνης... ούτε για χάρη του εμπορίου...»
«Μα έτσι ο καθένας θα τράβαγε φωτογραφίες για τον εαυτό του. Η τέχνη για την τέχνη λοιπόν... Και εμείς οι υπόλοιποι...» απάντησε η Αλίκη, αρκετά ερεθισμένη απ' τη συζήτηση, τόσο που ξέχασε την καθυστέρηση της και θυμήθηκε τις φοιτητικές κουβεντούλες περί έκφρασης και τέχνης με τις φιλενάδες της απ' τη Σχολή Καλών Τεχνών στα παραλιακά στέκια.
«Οι δυνατότητες της δημιουργίας είναι ίδιες για όλους. Αλλά δεν εννοώ αυτό. Κανείς δε σε εμποδίζει να απολαύσεις τις δημιουργίες κάποιων άλλων. Αλλά δεν μπορείς να τις κάνεις κτήμα σου, για οποιαδήποτε τιμή. Δεν μπορείς να μετράς την αξία τους με οικονομικά κριτήρια. Γενικά, δεν μπορείς να δώσεις αξία σ' ένα έργο τέχνης... Το έχει από μόνο του... Και οι όμορφες φωτογραφίες είναι έργα τέχνης... Αλήθεια, μια και είστε Ελληνίδα, τι αξία θα δίνατε στα μάρμαρα του Παρθενώνα;... Και, αν είχατε την απεριόριστη οικονομική δυνατότητα να τ' αγοράζατε για προσωπική σας χρήση, θα το κάνατε; Και σε ποια τιμή;... Γιατί να το κάνετε μόνο σε μια όμορφη φωτογραφία, που θα κοσμεί το σαλόνι σας; Μόνο και μόνο για να αυτοαποκαλείστε φίλος της τέχνης και του καλού γούστου;...» Η Αλίκη δεν απάντησε αμέσως. Σκεφτόταν... «...Μια και είστε Ελληνίδα...» Ο συμπαθής άγνωστος πρέπει να είναι αλλοδαπός. Και δεν του φαίνεται καθόλου. Μιλάει άπταιστα ελληνικά, χωρίς ίχνος ξενικής προφοράς· θα πρέπει να έχει χρόνια στην Ελλάδα... «Λοιπόν, πέστε μου» επανέλαβε ο ξένος «θ' αγοράζατε τον Παρθενώνα αν μπορούσατε;...»«Μα τα μάρμαρα του Παρθενώνα δεν αγοράζονται. Ανήκουν σε όλους. Δημιουργήθηκαν για όλους... και...» προσπαθούσε να βρει επιχειρήματα η μπερδεμένη Αλίκη.«Λέτε;... Και αυτές εδώ οι φωτογραφίες για ποιον δημιουργήθηκαν; Έτσι, κατά τύχη;» απάντησε ξερά ο ξένος σε νηφάλιο τόνο.«0 καλλιτέχνης όμως έχει ανάγκες. Πρέπει να ζήσει απ' την τέχνη του, αλλιώς είναι καταδικασμένος... Η φωτογραφία έχει τόσα έξοδα... Φιλμ, μηχανές , εργαλεία...»«Η αρχιτεκτονική δεν έχει έξοδα; Τόσοι δούλοι και τόσα κοπιαστικά χρόνια δουλειάς για να χτιστούν αυτά τα αρχαία μνημεία που τώρα θαυμάζουμε...Ή...μήπως αυτά δεν είναι τέχνη;» ο ξένος μιλούσε αρκετά επιθετικά.
«Μα όλα αυτά δεν είναι προσωπικά δημιουργήματα. Είναι ανώνυμα... και... αρχαία...και...Τέλος πάντων, με μπερδέψατε» ομολόγησε παραδομένη η Αλίκη και στριμωγμένη απ' τις σκέψεις της.«Τίποτα δεν ξεμπερδεύει πιο εύκολα απ' την αποφασιστική ενέργεια και την κατάλληλη πράξη» είπε ο ξένος χειρονομώντας μπροστά στις αντανακλάσεις του λιγοστού φωτός.Τότε η Αλίκη, για πρώτη φορά, παρατήρησε μια κόλλα χαρτί πολυτελείας, σε καφετί «οικολογικό» χρώμα, διπλωμένο στα χέρια του, που το έπαιζε με το δείκτη και τον αντίχειρα. Κοιτώντας καλύτερα, είδε ότι επρόκειτο για έναν τσαλακωμένο κατάλογο της έκθεσης. Μια παγωμένη υποψία άρχισε να περιδιαβαίνει την μπερδεμένη σκέψη της και τη γέμισε αδιόρατο φόβο. 0 ξένος την κοιτούσε τώρα μ' ένα χαμόγελο σαρδόνιο και απόκοσμο, εντελώς τρελό. Στο πρόσωπο του,η οικειότητα και η εγκαρδιότητα είχαν αντικατασταθεί από ένα κλίμα επιθετικότητας και μίσους, που πλημμύριζαν τις εκφράσεις του. Ενστικτώδικα έκανε ένα βήμα πίσω. Την κατέλαβε πανικός... Ο ξένος με μια γρήγορη κίνηση έβγαλε τον αναπτήρα του και ακούμπησε τη φλόγα στην άκρη του καταλόγου. Το χαρτί έγινε γρήγορα παρανάλωμα του πυρός .Στη λάμψη της φλόγας, το πρόσωπο του αγνώστου είχε φορέσει την αποτρόπαια μάσκα του. Σαν να ήταν ο ίδιος ο διάβολος... ΕΠΑΝΩ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΣΕΛΙΔΑΣ
Η Αλίκη έβγαλε ένα επιφώνημα έκπληξης και φόβου,που έμοιαζε περισσότερο με κραυγή. Ήταν αυτός... ο παράξενος «τρελός». Εδώ, μπροστά της. Και ήταν μόνη της μέσα στην αίθουσα. Αν της επιτεθεί; Αν της κάνει κακό;Σκέφτηκε να τρέξει προς την πόρτα, αλλά τα πόδια της είχαν κοπεί και δεν υπάκουαν στο σώμα της. Κάθε λογικός συνειρμός ξέφυγε απ' το μυαλό της. Τώρα τα πίστευε όλα. Και φοβόταν πολύ... «Είστε...» ήταν το μόνο που κατάφερε να ψελλίσει.«Ναι, κορίτσι μου... Είμαι ο "τρελός". Οι φήμες που άκουσες ήταν σωστές. Εδώ που φτάσαμε, μόνο μερικοί "τρελοί" μπορούν να βάλουν τα πράγματα στη θέση τους. Και ας συγκρούονται με ορισμένους στενοκέφαλους "καλλιτεχνίζοντες". Αλλά μη φοβάσαι.Δε θα πάθεις τίποτα.Αυτοί είναι όλοι οι κατάλογοι της έκθεσης ή υπάρχουν και στο συρτάρι κι άλλοι;» είπε ο ξένος και προχωρούσε κιόλας προς το γραφείο στην είσοδο.«Δεν... δεν... είναι σωστό. Είναι ξένη περιουσία» διαμαρτυρήθηκε η Αλίκη, χωρίς ούτε λεπτό να σκεφτεί να εμποδίσει το σωματώδη άντρα απ' το καταχθόνιο έργο του.«Α... ασήμαντο ποσό. Για κάποιον που πουλάει μια απλή φωτογραφία 50.000 δρχ. Όσο για σας, αγαπητή μου, μην τυχόν και σας φορτώσουν τίποτα, θα γράψω ένα σημείωμα για το αφεντικό σας».Και, χρησιμοποιώντας το μαρκαδόρο της Αλίκης, έγραψε κάτι ακατάληπτες φράσεις στο ημερολόγιο του γραφείου. Κατόπιν, με σταθερές κινήσεις μάζεψε τους καταλόγους απ' το ράφι και το γραφείο, τους έχωσε βιαστικά κάτω απ' το παλτό του και προχώρησε στην έξοδο, σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Βγαίνοντας,σήκωσε το καπέλο του σ' έναν ευγενικό χαιρετισμό προς την πρώην συνομιλήτρια του.Εκείνη τον παρακολουθούσε αποσβολωμένη να δρασκελίζει το κατώφλι απτόητος. Κατόπιν, με την άκρη του ματιού της,τον είδε να στρίβει και να κατευθύνεται προς τον κάδο των σκουπιδιών, στη γωνιά του δρόμου. Σε λίγο το λαμπύρισμα απ' τις φλόγες αντιφέγγισε στην τζαμαρία της γκαλερί, όπως προηγούμενα μέσα στα χέρια του «τρελού», γεμίζοντας τη με πορτοκαλιές ανταύγειες. Αυτό το συμβάν σαν να την ξύπνησε απ' το λήθαργο της και άρχισε να συνειδητοποιεί τι είχε συμβεί. Πετάχτηκε έξω στο δρόμο τρέχοντας.Μια ομάδα από περαστικούς είχε ήδη σταματήσει το βηματισμό της και κοίταξε με έκπληξη προς τον κάδο του δήμου, που στιγμιαία είχε μεταβληθεί σε πύρινη κόλαση. Μερικοί απ' αυτούς έτρεχαν κιόλας, με την αγωνία ζωγραφισμένη στα πρόσωπα τους, προς το μέρος του κάδου. ¶λλοι φώναζαν για νερό προς τα γειτονικά μαγαζιά. Αρκετοί έμειναν αμέτοχοι παράμερα, σχολιάζοντας το συμβάν. Ο παράξενος «ξένος» δε φαινόταν πουθενά, είχε εξαφανιστεί ως δια μαγείας. Ορισμένα χαρτιά, αποτεφρωμένα, χόρευαν στον αέρα παρασυρμένα απ' τη δύναμη του καπνού, σκορπώντας σε γκριζόμαυρες στάχτες στο πεζοδρόμιο τριγύρω. Η ατμόσφαιρα είχε θολώσει επικίνδυνα και η προηγούμενα ήσυχη χειμωνιάτικη βραδιά εξελισσόταν σε αντικανονική . Η Αλίκη φυσικά είχε χάσει το ραντεβού της με το Γιώργο εκείνη τη μέρα. Θα χαιρόταν αν δεν έχανε και τη δουλειά της μετά απ' αυτό που της έτυχε.Σε λίγα λεπτά, μετά απ' τις αγωνιώδεις προσπάθειες μερικών μαγαζατόρων και αρκετών θαρραλέων περαστικών, η φωτιά στον κάδο σχεδόν έσβησε, αφού θόλωσε για καλά τον αέρα και έκαψε αρκετά κιλά σκουπίδια. Μόνο η βαριά αποπνικτική μυρωδιά από καμένο πλαστικό και η μπόχα απ' τη σκουπιδίλα που ξεχύθηκε στο χώρο είχαν μείνει απ' την προηγούμενη εξτρεμιστική πράξη. Η Αλίκη έστεκε και παρατηρούσε με τα χέρια σταυρωμένα στο κατώφλι της γκαλερί. Ήταν ανίκανη να συμμετάσχει στην όποια προσπάθεια κατάσβεσης του κάδου. Αυτοί που συγκεντρώθηκαν άρχισαν να συζητάνε δυνατά και να χειρονομούνε με ένταση για τα αίτια της ανεξήγητης μικρής πυρκαγιάς. Ορισμένοι κοίταζαν προς το μέρος της και έδειχναν την γκαλερί με νόημα.
Η Αλίκη ντράπηκε και χαμήλωσε το βλέμμα. Χωρίς να δώσει καμιά εξήγηση στα βλέμματα που ήταν καρφωμένα πάνω της, οπισθοχώρησε προς την είσοδο της γκαλερί. Μπαίνοντας μέσα, ένιωσε ξαφνικά πολύ κουρασμένη. Σαν να βρισκόταν σ' αυτή την κατάσταση έντασης και αγωνίας πάρα πολύν καιρό. Σ αν να παρακολουθούσε για πάντα, απ' αυτήν εδώ τη θέση, τις παρανοϊκές ενέργειες ενός αλλοπρόσαλλου «ξένου», μην μπορώντας να κάνει τίποτα· για χρόνια ατέλειωτα, δεκαετίες, αιώνες!... Σαν να είχε να ξεκουραστεί χιλιάδες χρόνια... Σωριάστηκε στην πολυθρόνα του γραφείου μ' ανακούφιση. Μπροστά στα μάτια της,γραμμένο με λατινικούς χαρακτήρες και με πράσινο μαρκαδόρο,ήταν ένα σημείωμα για το αφεντικό της. Μπόρεσε να μεταφράσει στα γρήγορα:
Η υπάλληλος σας δε φταίει σε τίποτα... Όλα γίνονται για το καλό της φωτογραφίας... Συγγνώμη για την αναστάτωση...
Sir William Henry Fox Talbot Φωτοδημιουργός (όχι φωτογράφος)
© KΩΣΤΑΣ ΚΙΤΣΟΣ Ο Κώστας Κίτσος γεννήθηκε στη Πρέβεζα το 1963 , αλλά μεγάλωσε στη Θεσσαλονική όπου ζει και εργάζεται σαν τοπογράφος μηχανικός στη τοπική αυτοδιοίκηση.Είναι τακτικός συνεργάτης και αρθρογράφος φωτογραφικών περιοδικών. Το διήγημα του "Η Επιστροφή του Κυρίου William" περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων "ΑΣΠΡΟΜΑΥΡΟΣ ΚΟΣΜΟΣ" που έχει εκδοθεί από τις εκδόσεις Πατάκη.Το αναδημοσιεύουμε εδώ με την ευγενική άδεια του συγγραφέα.

ΕΠΑΝΩ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΣΕΛΙΔΑΣ

FOTOART - ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ © 2001-2005 FOTOART ALL RIGHTS RESERVED