FOTOART ΑΡΘΡΑ
FOTOART INDEX

HOME GALLERY ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΡΘΡΑ ΝΕΑ ΒΙΒΛΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΕΧΝΕΣ INTERNET ΑΓΟΡΑ ΑΓΓΕΛΙΕΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ BACK

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Το Αντίτυπο

Κάνω φώκους. Ορίστε που όλα φαίνονται πιο καθαρά. Ένας νεαρός στο πάτωμα, το δωμάτιο δεν έχει χαλί, οι τοίχοι του είναι βρώμικοι και μπεζ, ένα χρώμα που αν μη τι άλλο ξέρει να αναδεικνύει τη φθορά του χρόνου.

Στην κηδεία δεν πάτησα. Τι δουλειά είχα εγώ με τις πλερέζες τους; Το ’ξεραν κι οι πέτρες στη Δροσιά (οι μαύρες που ’χα ρίξει πίσω μου) ότι δε μου καιγότανε καρφί, ούτε για ’κεινον, ούτε για τα λεφτά του. Έτσι φρόντισε να με αιφνιδιάσει.
«Οφείλετε να παραβρεθείτε στο άνοιγμα της διαθήκης» επέμεινε τηλεφωνικώς ο Ανδρέου.
«Δε με παρατάς καλύτερα; Πού να κουβαλιέμαι ως εκεί πάνω καλοκαιριάτικά!».
«Μπορεί δεοντολογικά να είμαι παράτυπος, μα νομίζω ότι και ο πρόγονος σας θα είχε πράξει αναλόγως… Ξέρετε, έχει και κάτι στο όνομα σας!».
«Μπα, το θυμήθηκε να μ’ αφήσει τη χολή του σε φορμόλη;».
«Κάντε όπως καταλαβαίνετε, κύριε. Εγώ όφειλα να σας ενημερώσω» είπε κι έκλεισε το ακουστικό.
Εκεί ήταν που τσίμπησα. Αν επέμενε λιγάκι ακόμα, το σχέδιο του μπαμπά θα είχε ναυαγήσει και τίποτα από όλα όσα ακολούθησαν δε θα είχε συμβεί. Αλλά ο Ανδρέου, αυτός ο ξιπασμένος τυμβωρύχος των σκοροφαγωμένων δικόγραφων έπαιξε οσκαρικά το ρόλο του. Αν υπήρξα έστω και λίγο η μούσα έμπνευσης μιας τέτοιας ερμηνείας, τι να πω, νιώθω κολακευμένος!
Με είχε βάλει σε σκέψεις πάντως. Τι να μου είχε αφήσει άραγε;

Ένα κάδρο. Ή μάλλον, μια φωτογραφία ασπρόμαυρη, ένα από τα ελάχιστα πράγματα που μου έχουν απομείνει από το πατρικό μου, εκτός βέβαια, από τα βιβλία μου.
Θα μπορούσα να σας τα απαριθμήσω ένα προς ένα με αλφαβητική μάλιστα σειρά! Είμαι βέβαιος ότι για κάποιον θα είχε ενδιαφέρον να αναγνώριζε έστω και ένα από αυτά, ως κεκτημένο πεδίο προσωπικής καταχώρησης στα δικά του ράφια. Πολύ περισσότερο στα σίγουρα από το να διαπιστώσει ότι στο σαλόνι, απέναντι ακριβώς από τη θέση του κάδρου στριφογυρίζει ένα αντίτυπο του δικού του ρολογιού.
Αλλά τη δεδομένη στιγμή προέχει μάλλον να μιλήσω γι’ αυτό. Ένα μαύρο ρολόι τοίχου, μάρκας KARLSSON. Ένα στυλιστικό κομψοτέχνημα αποτελούμενο από ένα κούφιο κύλινδρο χωρίς βάση, ύψους εφτά εκατοστών με καρφωμένους στο κέντρο του δύο ασύμμετρους δείκτες.

Αστεία, αστεία, ήμουν απόλυτα ικανοποιημένος από το αισθητικό αποτέλεσμα. Το καδράκι αυτό πήγαινε κουτί με το εξαθλιωμένο καναπεδάκι μου! Καλύτερο ντεκόρ δε θα έβρισκα ούτε στη χωματερή Νέων Λιοσίων! Το τοποθέτησα απέναντι ακριβώς από το ρολόι. Αν το καθάριζα θα πετύχαινα την αντανάκλαση της ώρας στο τζάμι του. Η ιδέα ήταν φοβερή: Η χλευαστική φάτσα του μπαμπά σε πρώτο πλάνο από μια κοντρ πλονζέ λήψη στο κέντρο της φωτογραφίας και αποτυπωμένη η αντανάκλαση του ρολογιού επάνω της, να μετράει αντίστροφα το χρόνο!

Ένα κυλινδρικό KARLSSON λοιπόν, με δύο ασύμμετρους δείκτες στο κέντρο του, μαύροι και αυτοί, από σκληρή λαμαρίνα, αιχμηροί και αδίστακτοι. Όπως ο χρόνος που θα έπρεπε να κυλάει αντίστροφα πάνω στο τζάμι του απέναντι τοίχου, αν το κάδρο βρισκόταν στη θέση του. Αντ’ αυτού το αδειανό περίγραμμα του (τουλάχιστον έναν τόνο πιο ανοιχτό από τον υπόλοιπο τοίχο) επιβεβαιώνει ότι το μπεζ ήταν στα σίγουρα μια πολύ κακή επιλογή…

Πήγα τελικά. Δεν ήμουν σε θέση να αρνηθώ τα ελάχιστα από αυτά που κανονικά μου αναλογούσαν. Στο πολυτελές γραφείο ήμασταν τρεις. Ο Ανδρέου, εγώ και το κακέκτυπο μου. Κανείς μας δεν έδειχνε καταβεβλημένος από το θανατικό. Θα ήταν μάταιο να προσποιούμαστε μεταξύ μας. Ο Ορφέας θα ήξερε ήδη ότι εισέβαλε στη λίστα των πλουσιότερων ανθρώπων της πόλης, της χώρας, της ηπείρου, του πλανήτη, του σύμπαντος και ο Ανδρέου ότι θα παρέμενε το δεξί χέρι του νέου master of the universe.
Όσο για εμένα, έλεγα με τα χρήματα από την εκποίηση των ακινήτων που θα μου αναλογούσαν να κάνω το γύρω του κόσμου που από δω και πέρα θα τους ανήκε. Ειρωνεία… αλλά είχα ήδη κλείσει εισιτήριο.

Δεν μπορώ να κουνηθώ έτσι στριμωγμένος που είμαι εδώ πάνω. Το πατάρι είναι στενό και το μόνο διακριτικό σημείο για μια πανοραμική λήψη.
Όταν πριν από έναν μήνα πέθανε ο μπαμπάς, τίποτα δεν προμήνυε την ενασχόληση μου με την καλλιτεχνική φωτογραφία. Ως χόμπι πάντως, ομολογώ ότι έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Εξίσου θα έλεγα με το να ανακαλύπτει κανείς εναλλακτικούς τρόπους αξιοποίησης ευτελών σκευών της καθημερινότητας, όπως του μεγάλου δείκτη ενός εκκρεμούς, λόγου χάρη…

«Μακάβριο!» είπε ο Ρένος όταν το αντίκρισε. Μιλούσε για τη φωτογραφία. Πού να του εξηγούσα τη γενικότερη σύλληψη, ήταν μεσημέρι της επομένης και δεν πετύχαινε η αντανάκλαση. Θα άφηνα για αργότερα τις λεπτομέρειες του σχεδίου μου.
Κλείναμε ένα μήνα μαζί και θα γιορτάζαμε, εκείνος την αρχή μιας σχέσης με προοπτικές κι εγώ το νέο ρεκόρ που έσπαγε.
«Μου πήρες τίποτα;» ρώτησε με νάζι βγάζοντας κυριολεκτικά από το πουθενά ένα ισχνό πακέτο που στα σίγουρα ήταν ένα CD με δικές του επιλογές.
«Κάτσε να το φέρω, αλλά δεν πρόλαβα να το τυλίξω» είπα κι έβγαλα από τη σακούλα κάτω από το κρεβάτι ένα «Μπορχίτο». Ήταν το τελευταίο (και μοναδικό) βιβλίο που είχα επιμεληθεί, το τρίτο του εκδοτικού οίκου, απ’ όπου, πριν με διώξουν, είχα σουφρώσει όσα περισσότερα αντίτυπα μπόρεσα ποντάροντας στην εναλλακτική τους χρηστική αξία (περισσότερο ως χαρτί τουαλέτας για να είμαι ειλικρινής και λιγότερο με τον τρόπο που καθάριζα από μιαν εξίσου άβολη θέση, τούτη την επέτεια ώρα). Για να του κλείσω το στόμα όμως, δε θα την έβγαζα τόσο φθηνά. Θα χρειαζόμουν μάλλον μερικά εκατομμυριάκια.
«Να τα εκατοστίσουμε, βρε!» είπε ο Ρένος και με φίλησε.
Δεν ήμουν και τόσο σίγουρος…

Αν για κάτι βάζω το χέρι μου στη φωτιά ότι αποκλείεται να υπάρξει συναισθηματική ταύτιση είναι για τη φωτογραφία του κάδρου. Δεν κυκλοφορεί στο εμπόριο, δεν έχει τραβηχτεί από κάποιον επαγγελματία, δεν ξέρω αν έχει τελικά κάποια αξία πια για κανέναν άλλο, εκτός από εμένα, μιας και ο Ορφέας… Για μια στιγμή.
Αρχίζει να συνέρχεται. Ζουμάρω και ανάβω φλας. Το μόνο που ακούγεται είναι το πνιχτό βογκητό του σε μια μάταιη (όπως γρήγορα θα συνειδητοποιήσει) προσπάθεια να καλέσει βοήθεια. Θεέ μου, έτσι που σέρνεται στα τέσσερα θα ’λεγα πως θυμίζει …εμένα! Δεμένος στο κρεβάτι, μπρούμυτα και πισθάγκωνα, έτοιμος να υποστώ τις διεστραμμένες ορέξεις του Ρένου. Βάζω στοίχημα ότι ούτε κι αυτός θα πρόσεχε τη διαφορά!
Μοιάζουμε σε τραγικό βαθμό. Δεμένος στο πάτωμα με τα καινούργια του ρούχα σκισμένα και τα φρεσκοκουρεμένα μαλλιά του κολλημένα στο κρανίο του με ξεραμένο αίμα, θα πίστευε κανείς ότι δεν μπορεί να είναι κάποιος άλλος από τον κακοποιημένο μου εαυτό. Πριν ο λοστός μου ανοίξει το κεφάλι. Πριν κλωτσιές μου σπάσουν τα πλευρά. Πριν τα επιδέξια χέρια του Ρένου σφίξουν το σκοινί γύρω από τους φθαρμένους καρπούς μου.

«Σκέφτεσαι να προσβάλεις τη διαθήκη;» με ρώτησε ο Ορφέας.
Μα για πόσο looser με είχε πια;
«Φυσικά!» …και δεν το εννοούσα.
«Το περίμενα».
«Να σε ρωτήσω κι εγώ κάτι;» του είπα.
«Είμαι όλος αφτιά».

Βλέποντας τον δεν μπορώ παρά να τον λυπάμαι έτσι που προσπαθεί να ουρλιάξει κάτω από το αυτοσχέδιο – αλλά τόσο αποτελεσματικό – φίμωτρο του, ενώ με σπασμωδικές κινήσεις παλεύει να ξεφύγει από τις γερές θηλιές των άνω και κάτω άκρων του.
Σε λίγο θα τα παρατήσει και θα περιεργαστεί το χώρο. Περιμένω με κομμένη την ανάσα για τη στιγμή της έκπληξης. Άραγε πότε θα καταλάβει ότι αυτό το δωμάτιο είναι απαράλλαχτο με το σαλόνι μου;

«Γιατί δεν κουρεύεσαι λίγο πιο μοντέρνα, θα σου πήγαινε. Να κάτι σαν και τα δικά μου. Τώρα, που είσαι πλούσιος, θ’ αρχίσεις τα κοσμικά. Σκέψου την υστεροφημία σου. Ως πότε θα σε ντουμπλάρω, πια!».
«Σου πέφτει άσχημα το χαρτζιλίκι, μήπως; Κοίτα, θα μείνω ένα μήνα και μετά ξεμπέρδεψες, γυρίζω στην Ελβετία, οριστικά!».
«Τόσο γρήγορα;».
«Δουλειές αγόρι μου, υποχρεώσεις. Να ’ξερες ώρες - ώρες πόσο σε ζηλεύω!».
Θα του έλεγα να πάει να πνιγεί στη λίμνη Λε Μαν να ησυχάσουμε, αλλά όχι, θα κρατούσα χαρακτήρα. Δεν άξιζε τον κόπο να εξευτελιστώ τοιουτοτρόπως απλώς για μιαν ατάκα. Εντάξει, μπορεί να είχα χάσει τη μάχη αλλά ο πόλεμος μαινόταν σε πλήρη εξέλιξη. Έπαιζα άλλωστε εκτός έδρας και προφανέστατα το κλίμα της Δροσιάς δε με σήκωνε άλλο. Θα έφευγα, αφού πρώτα έπαιρνα αυτά που μου αναλογούσαν. Το εξής ένα:
Ξεκρέμασα με ικανοποιημένη έκφραση το κάδρο από τον τοίχο του υπογείου, αραχνιασμένο, γεμάτο σκόνες και μυγοχέσματα (οι μόνοι λόγοι για τους οποίους ο Ορφέας δε διεκδίκησε και την κορνίζα) και αποχώρησα από το πατρικό μας με το κεφάλι ψηλά.

Ποτέ δε μου άρεσε η φάτσα του μπαμπά κι είχα πει εξαρχής να βρω μιαν άλλη για να την αλλάξω.
Το τσακισμένο πρόσωπο του νεαρού έχει εγκαταλειφθεί ανάσκελα στο δεύτερο ράφι της εντοιχισμένης βιβλιοθήκης, το μόνο εντυπωσιακό έπιπλο στο δωμάτιο. Τρίφυλλη και φθαρμένη, με φαρδιά ράφια από χωνεμένο ξύλο κερασιάς. Θα μπορούσα να απαριθμήσω με κλειστά τα μάτια τους τίτλους που βρίσκονται στο καθένα από αυτά, μιας και τους έχω διαβάσει όλους. Δεν τους αποχωρίζομαι ποτέ, εκτός και μόνο εάν οι συνθήκες το απαιτούν. Συνήθως απρόβλεπτες εξελίξεις, μια εσπευσμένη μετανάστευση στην Ελβετία ας πούμε, με δανεικό διαβατήριο…

«Θα κατέβω στο κέντρο σε λίγο, μήπως να σε πετάξω;» μου πρότεινε με σηκωμένο το δεξί του φρύδι. Την ήξερα καλά ετούτη την έκφραση.
«Ευχαριστώ αλλά βιάζομαι, θα πάρω ταξί» του είπα και βγήκα στην εθνική για οτοστόπ.
Τελικά δεν υπάρχουν πολλοί άνθρωποι με φαντασία στις μέρες μας. Πώς αλλιώς να εξηγήσω ότι δε βρέθηκε κανείς να σταματήσει έστω από περιέργεια για να περιμαζέψει έναν ευπαρουσίαστο νεαρό με ένα κάδρο διαστάσεων 90?60 στην πλάτη, τη μία ώρα που προηγήθηκε ώσπου να με πλευρίσει η μαύρη λιμουζίνα με τα φυμέ τζάμια …του αδερφού μου!
«Κάνε γρήγορα!» τον άκουσα να λέει από το πίσω κάθισμα ενόσω ο Ρένος, μου άνοιγε από τη θέση του σοφέρ την μπροστινή πόρτα «Έχω βάλει το κλιματιστικό!».
Μάλιστα! Τα χτυπήματα κάτω απ’ τη μέση, αν και ενδεικτικά του αγωνιστικού ήθους του αντιπάλου μου, ήταν ανίκανα να με πτοήσουν. Εντάξει, άλλη μια χαμένη μάχη. Η δεύτερη μέσα σε λίγες ώρες. Τι αξία έχει μπροστά στις τόσες νίκες που πρόκειται να επακολουθήσουν; «Ας είναι…» έδωσα τόπο στην οργή κι έκανα να μπω…
«Όχι, αγόρι μου, δεν κατάλαβες καλά!» άκουσα τη διαπεραστική του φωνή. «Ρένο, άνοιξε το πορτμπαγκάζ για να βάλει πίσω το σκουπιδαριό του» διέταξε, εννοώντας την κληρονομιά του μπαμπά! Πραγματική ύβρης, δηλαδή! Ήμουν πλέον πεπεισμένος ότι η αλαζονεία θα φέρει αργά ή γρήγορα τη θεία δίκη. Έτσι τουλάχιστον συμβαίνει στις τραγωδίες. Κι αν δεν ήταν τραγωδία αυτό που ζούσα σήμερα, τότε ας μου θύμιζε κάποιος τον επίσημο ορισμό της:

Μια φωτογραφία. «Μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας…». Έχω πετύχει θαρρώ, τον ιδανικό φωτισμό, τη ρομαντική ατμόσφαιρα για τη λήψη. Πίσω από τα κατεβασμένα ρολά, τα απογευματινά πιτσιρίκια συνεχίζουν τα χαρούμενα ουρλιαχτά τους στο παρκάκι της γειτονιάς: «…την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν!».

2007 © ΘΑΝΟΣ ΜΑΛΛΙΑΡΗΣ

Ευχαριστώ πολύ το Θάνο Μαλλιάρη για το διήγημα του "Το αντίτυπο", που μου έδωσε την ευκαιρία να το πρωτοδημοσιεύσω στο www.fotoart.gr ( συγκρατήστε αυτό το όνομα )

FOTOART - ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ © 2001-2007 FOTOART ALL RIGHTS RESERVED